αὐλίσκος

αὐλίσκος
small reed
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυλίσκος — ο (AM αὐλίσκος) [αυλός] 1. μικρός αυλός 2. σωληνάκι, καθετήρας αρχ. 1. δικαστική ψήφος 2. ενώτιο, σκουλαρίκι περσικό …   Dictionary of Greek

  • αὐλίσκοι — αὐλίσκος small reed masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αὐλίσκοις — Αὔλισκος masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλίσκοις — αὐλίσκος small reed masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αὐλίσκοισι — Αὔλισκος masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλίσκοισι — αὐλίσκος small reed masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλίσκον — αὐλίσκος small reed masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αὐλίσκου — Αὔλισκος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλίσκου — αὐλίσκος small reed masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αὐλίσκους — Αὔλισκος masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.